
Ορειβατική ορολογία είναι η «αργκό» των ορειβατών που περιγράφει τα χαρακτηριστικά ενός βουνού ή μιας πεζοπορικής, ορειβατικής ή αναρριχητικής διαδρομής.
Όλοι μας έχουμε ακούσει συγκεκριμένες λέξεις που χρησιμοποιούν ορειβάτες και πεζοπόροι ώστε να περιγράψουν κάποιο χαρακτηριστικό του βουνού ή της διαδρομής. Άλλες τις ξέρουμε και άλλες όχι. Ας δούμε μαζί μερικές από τις πιο βασικές λέξεις της πλούσιας ορειβατικής ορολογίας.
Αλπικό πεδίο: η περιοχή πριν και κοντά στις κορυφές των βουνών που ξεκινά όταν τελειώνει το δάσος και την θέση των δέντρων παίρνει η χαμηλή ή καθόλου βλάστηση.
Διάσελο: το χαμηλότερο σημείο μεταξύ δυο κορυφών. Φτάνεις εκεί σχεδόν πάντα ιδρωμένος και αυθόρμητα σταματάς για στάση που ποτέ δεν κρατά πολύ. Στα διάσελα σχεδόν πάντα φυσάει.
Δίεδρο: η γωνία που σχηματίζουν δυο σχετικά επίπεδα κομμάτια βράχου. Μπορεί να είναι λίγα μέτρα ή ακόμα και να διασχίζει ολόκληρη ορθοπλαγιά (π.χ. Δίεδρο της Σχοιζοφρένειας στα Μετέωρα).
Δόντι: Μια απότομη και μυτερή, βραχώδης κορυφή.
Ζωνάρι: Ένα σχετικά ομαλό κομμάτι πλαγιάς, που διασχίζει οριζόντια μια απότομη πλαγιά ή μια ορθοπλαγιά, όπως τα Ζωνάρια του Μύτικα, το ζωνάρι στην ορθοπλαγιά της Συκιάς, η Σκάλα του Σταμάτη στα Τζουμέρκα. Από μακριά πολλές φορές φαίνεται τρομακτικό, αλλά συνήθως αποτελούν τη μόνη επιλογή για να περάσεις.
Καγκέλια: Καγκέλι σημαίνει γύρισμα. Στο μονοπάτι εννοούμε τις απότομες στροφές (φουρκέτες), που «σπάνε» την κλίση.
Κορνίζα: Χιόνι που σχηματίζει εξώστη, πάνω από ένα γκρεμό. Κάποια στιγμή γκρεμίζεται. Πολύ επικίνδυνο σημείο, στο οποίο ποτέ δεν πρέπει να πατάμε. Χαρακτηριστικές κορνίζες που σχηματίζονται κάθε χειμώνα: κορυφή Γκαμήλας, Νεραϊδόραχη Χελμού κ.α.
Κορυφογραμμή: η νοητή γραμμή που ενώνει τις κορυφές ενός βουνού, περνώντας ενδιάμεσα από τα διάσελα που τις χωρίζουν.
Κούκος: Λίγες πέτρες τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη, συνήθως πάνω σε ένα βράχο. Ο πιο «καθαρός τρόπος» να σημαδέψεις ένα σημείο ή μονοπάτι.
Κόψη: Η γραμμή που σχηματίζουν δυο ορθοπλαγιές διαφορετικού προσανατολισμού. Διάσημες κόψεις: κόψη Ξερολακιού (Ναούμ), κόψη Πλάκας – Πυραμίδας.
Κρεβάς: Ρωγμή στην επιφάνεια ενός παγετώνα. Μπορεί να έχει βάθος από λίγα μέτρα, μέχρι …πολλά και πλάτος από λίγα εκατοστά, μέχρι αρκετά μέτρα. Πολλές φορές καλύπτονται από φρέσκα χιόνια και γίνονται πολύ επικίνδυνες.
Λαιμός: Μια ομαλή και σχετικά επίπεδη κόψη ή ράχη. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: ο Λαιμός στον Όλυμπο.
Λάκα: Επίπεδο ή επικλινές λιβάδι, περίκλειστο από κορυφές ή υψώματα. Θα μπορούσε να είναι δολίνη, αλλά συνήθως τα νερά απορρέουν επιφανειακά από κάποιο ρέμα. Πάντα θα υπάρχει εκεί και κάποια στάνη. Τόπος ατελείωτης ξάπλας.
Λούκι: Ένας απότομος «δρόμος» που διασχίζει κάθετα μια ορθοπλαγιά. Αν διακόπτεται από βράχια, χαρακτηρίζεται “τυφλό λούκι”. Στα ελληνικά βουνά, το χειμώνα μετατρέπεται σε μια διαδρομή χιονιού και καμιά φορά πάγου. Διάσημα λούκια: του Μύτικα, του Στεφανιού, των Βαρδουσίων.
Ορθοπλαγιά: Ο γκρεμός στην αργκό των ορειβατών. Μπορεί να περιέχει πλάκες, τοίχους, πιλιέ κλπ. Αν διακόπτεται συχνά από πατάρια, ζωνάρια, πλάκες κλπ. δημιουργώντας ασυνέχεια, τότε χαρακτηρίζεται ως «σπασμένη ορθοπλαγιά».
Πατάρι: Ένα σκαλί πάνω σε μια ορθοπλαγιά, που συνήθως είναι αρκετά ευρύχωρο ώστε να σταθείς ή και να κοιμηθείς άνετα.
Πιλιέ: Ένας πυλώνας από βράχο, που εξέχει από μια ορθοπλαγιά και μοιάζει σαν να τη στηρίζει.
Πλάκα: Ένα επικλινές κομμάτι βράχου ή και μια ολόκληρη επικλινής ορθοπλαγιά (π.χ. Πλάκα Καζανιών στον Όλυμπο).
Πλατώ: Ένα μικρό οροπέδιο.
Πόρτα: Το ομαλό και συνήθως στενό πέρασμα, από μια τοποθεσία ενός βουνού σε μια άλλη. Γύρω του υπάρχουν πάντα αποτομιές και γκρεμοί, γι’ αυτό και είναι «υποχρεωτικό». Διάσημες Πόρτες: Πόρτες Βαρδουσίων, Πέρασμα Γιόσου κ.α.
Πατάρι: Ένα σκαλί πάνω σε μια ορθοπλαγιά, που συνήθως είναι αρκετά ευρύχωρο ώστε να σταθείς ή και να κοιμηθείς άνετα.
Πιλιέ: Ένας πυλώνας από βράχο, που εξέχει από μια ορθοπλαγιά και μοιάζει σαν να τη στηρίζει.
Πλάκα: Ένα επικλινές κομμάτι βράχου ή και μια ολόκληρη επικλινής ορθοπλαγιά (π.χ. Πλάκα Καζανιών στον Όλυμπο).
Πλατώ: Ένα μικρό οροπέδιο.
Πόρτα: Το ομαλό και συνήθως στενό πέρασμα, από μια τοποθεσία ενός βουνού σε μια άλλη. Γύρω του υπάρχουν πάντα αποτομιές και γκρεμοί, γι’ αυτό και είναι «υποχρεωτικό». Διάσημες Πόρτες: Πόρτες Βαρδουσίων, Πέρασμα Γιόσου κ.α.
Στέγη: Ένα κομμάτι βράχου ή και ορθοπλαγιάς, που βγαίνει προς τα έξω σχεδόν οριζόντια.
Σχίσμα: Μια φαρδιά σχισμή που κατεβαίνει αρκετά χαμηλά και διακόπτει τη συνέχεια μιας κόψης ή χωρίζει μια ορθοπλαγιά. Παράδειγμα: σχίσμα της Κακόσκαλας στον Όλυμπο, Μεγάλο Σχίσμα στην Αστράκα.
Σχισμή: Μια ρωγμή στο βράχο που δε χωρά άνθρωπος. Μπορεί να χωρά μόνο δάχτυλα, μια παλάμη ή ένα ώμο.
Χάρχαλο: Έδαφος, συνήθως με κάποια κλίση, όπου τα χαλίκια και οι σκόρπιες πέτρες κάνουν το περπάτημα προβληματικό και τις τούμπες συχνές. Απαιτούν αυξημένες ικανότητες ισορροπίας.
Χτένι: Μια «πριονωτή» και σχετικά οριζόντια κόψη.
Χιονούρα: Μια γλώσσα ή ένα μπάλωμα χιονιού που αρνείται να λιώσει. Συνήθως αργά την άνοιξη ή το καλοκαίρι σε κάποιο ανήλιο σημείο. Πολλές φορές επικίνδυνη αν κατηφορίζει σε βράχια και ρεματιές. Κάποιες από αυτές θα τις συναντήσετε κάθε χρόνο: στη Γκαμήλα, στα Ζωνάρια του Ολύμπου κ.α.
Ώμος: Ένα ομαλό σημείο μιας ράχης που έπεται αλλά και ακολουθείται, από ένα πιο απότομο. Σχεδόν πάντα σημείο στάσης ώστε να πάρεις ανάσα γι’ αυτό που ακολουθεί.

